programmer
prog
ˈprəʊg
prewg
ra
mmer

Ορισμός και σημασία του "programmer"στα αγγλικά

01

προγραμματιστής, αναπτυξιακός

a person who writes computer programs 
programmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
programmers
Παραδείγματα
She's a skilled programmer who develops mobile applications for smartphones. 

Είναι μια επιδέξια προγραμματίστρια που αναπτύσσει εφαρμογές για smartphones.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

programmer
program
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store