Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Progress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The patient showed slow but steady progress in his physical therapy.
Ο ασθενής έδειξε αργή αλλά σταθερή πρόοδο στη φυσικοθεραπεία του.
02
πρόοδος, προόδου
forward movement or movement toward somewhere
Παραδείγματα
Despite the heavy rain, they made steady progress on their journey to the mountains.
Παρά τη βροχή, έκαναν σταθερή πρόοδο στο ταξίδι τους προς τα βουνά.
03
βασιλική περιοδεία, επίσημο ταξίδι
a formal journey, tour, or inspection, often by a monarch or official
Dated
Παραδείγματα
The royal progress was marked by ceremonies and feasts.
Η πρόοδος βασιλική σημειώθηκε με τελετές και γιορτές.
to progress
01
προοδεύω, εξελίσσομαι
to develop into a more advanced or improved stage
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
progress
γ΄ ενικό πρόσωπο
progresses
ενεστώτα μετοχή
progressing
απλός αόριστος
progressed
παθητική μετοχή
progressed
Παραδείγματα
The student 's understanding of complex concepts progressed as they delved deeper into their academic studies.
Η κατανόηση του μαθητή για πολύπλοκες έννοιες προχώρησε καθώς εμβάθυνε στις ακαδημαϊκές του σπουδές.
02
προχωρώ, προοδεύω
to move in a forward direction
Intransitive: to progress to a direction
Παραδείγματα
The rock climbers skillfully progressed up the face of the cliff, using ropes and safety equipment.
Οι αναρριχητές βράχων επιδέξια προχώρησαν προς τα πάνω στην πλευρά του βράχου, χρησιμοποιώντας σχοινιά και εξοπλισμό ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
progressive
progress



























