Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
programmable
01
προγραμματίσιμος
capable of being customized or set up to perform specific tasks or operations according to user instructions
Παραδείγματα
The programmable drone can be pre-programmed to follow specific flight paths for aerial photography or surveillance.
Το προγραμματιζόμενο drone μπορεί να προγραμματιστεί εκ των προτέρων να ακολουθεί συγκεκριμένες διαδρομές πτήσης για αεροφωτογραφία ή παρακολούθηση.
Λεξικό Δέντρο
programmable
program



























