Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profuse
01
άφθονος, πλούσιος
existing or occurring in large amounts
Παραδείγματα
The artist ’s work was marked by a profuse use of colors and textures, creating a rich and dynamic visual experience.
Το έργο του καλλιτέχνη χαρακτηρίστηκε από τη πλούσια χρήση χρωμάτων και υφών, δημιουργώντας μια πλούσια και δυναμική οπτική εμπειρία.
Λεξικό Δέντρο
profusely
profuseness
profuse



























