Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profligate
01
άσωτος, σπάταλος
acting in a shameless, overindulgent, and immoral manner
Παραδείγματα
The club 's profligate parties became infamous for their excess and lack of restraint.
Τα ακόλαστα πάρτι του κλαμπ έγιναν διαβόητα για την υπερβολή και την έλλειψη συγκράτησης.
02
σπάταλος, δαπανηρός
overly extravagant or wasteful, especially with money
Παραδείγματα
The profligate use of credit cards left him drowning in debt.
Η σπάταλη χρήση πιστωτικών καρτών τον άφησε να πνίγεται στα χρέη.
Profligate
01
άσωτος, διαλλακτικός
a dissolute man in fashionable society
02
σπάταλος, δαπανηρός
a recklessly extravagant consumer
Λεξικό Δέντρο
profligately
profligate
proflig



























