Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
probabilistic
01
πιθανοτικός, βασισμένος στην πιθανότητα
based on the likelihood of an event or outcome occurring
Παραδείγματα
In gambling, players assess the probabilistic outcomes before placing their bets.
Στο τζόγο, οι παίκτες αξιολογούν τα πιθανοτικά αποτελέσματα πριν τοποθετήσουν τα στοιχήματά τους.
02
πιθανολογικός, πιθανοκρατικός
following a morally probable opinion, even if the opposing view is more likely
Παραδείγματα
Probabilistic views provided flexibility in interpreting moral obligations, as recognized in Roman Catholic doctrine.
Οι πιθανολογικές απόψεις παρείχαν ευελιξία στην ερμηνεία των ηθικών υποχρεώσεων, όπως αναγνωρίζεται στη ρωμαιοκαθολική δογματική.



























