Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Probability
01
πιθανότητα
(mathematics) a number representing the chances of something specific happening
Παραδείγματα
The probability of rolling a six on a fair die is one out of six.
Η πιθανότητα να φέρεις ένα έξι σε ένα δίκαιο ζάρι είναι ένα στα έξι.
Παραδείγματα
Understanding probability is essential in making informed decisions in gambling and finance.
Η κατανόηση της πιθανότητας είναι απαραίτητη για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων στο τζόγο και τις οικονομικές συναλλαγές.
03
a possible event, occurrence, or condition
Λεξικό Δέντρο
improbability
probability
probable



























