prince
prince
prɪns
πρινσ
/pɹˈɪns/

Ορισμός και σημασία του "prince"στα αγγλικά

01

πρίγκιπας, γιος του βασιλιά

a male royal heir or ruler, typically the son of a king or queen
prince definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
princes
Παραδείγματα
The prince's portrait hung alongside those of his ancestors in the royal gallery.
Το πορτρέτο του πρίγκιπα κρεμόταν δίπλα σε εκείνα των προγόνων του στη βασιλική γκαλερί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store