Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presumable
01
ενδεχόμενος, υποθετικός
expected based on available information or evidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most presumable
συγκριτικός βαθμός
more presumable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
inference, probability, reasoning
Παραδείγματα
The sudden drop in sales was a presumable consequence of the economic downturn.
Η απότομη πτώση των πωλήσεων ήταν μια προσδοκώμενη συνέπεια της οικονομικής ύφεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
presumably
presumable
presume



























