Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presumable
01
ενδεχόμενος, υποθετικός
expected based on available information or evidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most presumable
συγκριτικός βαθμός
more presumable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The error in the report was presumable due to the rush to meet the deadline.
Το λάθος στην αναφορά ήταν πιθανώς λόγω της βιασύνης να συμμορφωθεί με την προθεσμία.
Λεξικό Δέντρο
presumably
presumable
presume



























