Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presumptuous
01
αυθάδης, αλαζόνας
failing to respect boundaries, doing something despite having no right in doing so
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most presumptuous
συγκριτικός βαθμός
more presumptuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It was presumptuous of him to assume he could make decisions for the team.
Ήταν αυθάδης από μέρους του να υποθέσει ότι μπορούσε να πάρει αποφάσεις για την ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
presumptuous
sumptuous
sumptu



























