preparatory
pre
prɪ
pri
pa
ˈpæ
ra
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "preparatory"στα αγγλικά

preparatory
01

προπαρασκευαστικός, προκαταρκτικός

relating to actions taken to make ready for a future event or purpose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, planning, process
Παραδείγματα
The students attended a preparatory workshop before the final exam. 

Οι μαθητές παρακολούθησαν ένα προπαρασκευαστικό εργαστήρι πριν από την τελική εξέταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

preparatory
prepare
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store