Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preparatory
01
προπαρασκευαστικός, προκαταρκτικός
relating to actions taken to make ready for a future event or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The army conducted preparatory drills ahead of the mission.
Ο στρατός πραγματοποίησε προπαρασκευαστικές ασκήσεις πριν από την αποστολή.
Λεξικό Δέντρο
preparatory
prepare



























