Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preordain
01
προκαθορίζω, προορίζω
to decide or establish something in advance, especially by divine authority or an inevitable course of events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preordain
γ΄ ενικό πρόσωπο
preordains
ενεστώτα μετοχή
preordaining
απλός αόριστος
preordained
παθητική μετοχή
preordained
Παραδείγματα
It seemed their relationship had been preordained from the moment they first met.
Φαινόταν ότι η σχέση τους ήταν προκαθορισμένη από τη στιγμή που συναντήθηκαν για πρώτη φορά.
Λεξικό Δέντρο
preordain
ordain



























