Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preordain
01
προκαθορίζω, προορίζω
to decide or establish something in advance, especially by divine authority or an inevitable course of events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preordain
γ΄ ενικό πρόσωπο
preordains
ενεστώτα μετοχή
preordaining
απλός αόριστος
preordained
παθητική μετοχή
preordained
Παραδείγματα
Her supporters argued new opportunities were not preordained but opened through hard work.
Οι υποστηρικτές της υποστήριξαν ότι οι νέες ευκαιρίες δεν ήταν προκαθορισμένες αλλά άνοιξαν μέσω της σκληρής δουλειάς.
Λεξικό Δέντρο
preordain
ordain



























