Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preparative
01
προπαρασκευαστικός, προετοιμαστικός
done to establish readiness for a subsequent action or purpose
Παραδείγματα
The preparative phase of construction involved soil testing.
Η προπαρασκευαστική φάση της κατασκευής περιλάμβανε δοκιμές εδάφους.
Λεξικό Δέντρο
preparative
prepare



























