prelacy
pre
ˈprɛ
pre
la
cy
si
si
brassiechassisbrassygrassy

Ορισμός και σημασία του "prelacy"στα αγγλικά

01

πρελατία, εκκλησιαστική αξία

the office or the rank of a priest or a member of the clergy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prelacies
02

πρελατία, συλλογικότητα των πρελατών

prelates collectively 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store