Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to potter around
[phrase form: potter]
01
περιφέρομαι άσκοπα, ασχολούμαι με μικροδουλειές
to spend time leisurely, often doing minor tasks or chores in or around the house
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
potter
ενεστώτας
potter around
γ΄ ενικό πρόσωπο
potters around
ενεστώτα μετοχή
pottering around
απλός αόριστος
pottered around
παθητική μετοχή
pottered around
Παραδείγματα
She spent her afternoon pottering around the house, organizing her bookshelves and tidying up.
Πέρασε το απόγευμά της περιφερόμενη γύρω από το σπίτι, οργανώνοντας τις βιβλιοθήκες της και τακτοποιώντας.



























