Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
posh
Approving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
poshest
συγκριτικός βαθμός
posher
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The posh neighborhood was known for its grand mansions and manicured gardens.
Η πολυτελής γειτονιά ήταν γνωστή για τις μεγαλοπρεπείς έπαυλες και τους περιποιημένους κήπους της.
1.1
πολυτελής, αριστοκρατικός
associated with wealth, privilege, or high social status
Dialect
British
Παραδείγματα
" He spoke with such a posh accent that people often mistook him for a member of the aristocracy.
Μιλούσε με τόσο πολυτελή προφορά που οι άνθρωποι συχνά τον πέρναν για μέλος της αριστοκρατίας.
posh
01
πολυτελώς, κομψά
in a luxurious manner, often indicating high social status
Dialect
British
Informal
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They dined posh at the exclusive restaurant in the city center.
Δείπνησαν πολυτελώς στο αποκλειστικό εστιατόριο στο κέντρο της πόλης.



























