Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
positioned
01
τοποθετημένος, καλά τοποθετημένος
having a quality, place, or condition that gives an advantage or makes something suitable for a purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best positioned
συγκριτικός βαθμός
better positioned
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
strategy, advantage, suitability
Παραδείγματα
The company is well positioned to lead the market.
Η εταιρεία είναι καλά τοποθετημένη να ηγηθεί της αγοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
positioned
position



























