Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pontificate
01
ποντιφικάτο, διοίκηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας
the government of the Roman Catholic Church
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to pontificate
01
δογματίζω, κηρύττω
to state one's opinion in such a manner that shows one believes to be the only person to fully know it and be unarguably correct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pontificate
γ΄ ενικό πρόσωπο
pontificates
ενεστώτα μετοχή
pontificating
απλός αόριστος
pontificated
παθητική μετοχή
pontificated
Παραδείγματα
He tends to pontificate about politics as if he knows all the answers.
Τείνει να διδάσκει για την πολιτική σαν να γνωρίζει όλες τις απαντήσεις.
02
ασκώ παπικό αξίωμα, διαχειρίζομαι παπικό γραφείο
administer a pontifical office



























