Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pontoon
01
πλωτήρας, ποντόν
a float supporting a seaplane
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pontoons
02
ποντόν, πλωτή κατασκευή
(nautical) a floating structure (as a flat-bottomed boat) that serves as a dock or to support a bridge



























