to pong
pong
pɒng
pong
prong

Ορισμός και σημασία του "pong"στα αγγλικά

to pong
01

βρομάω, εξάπω δυσάρεστη οσμή

to give off an unpleasant odor 
Intransitive
to pong definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
pong
γ΄ ενικό πρόσωπο
pongs
ενεστώτα μετοχή
ponging
απλός αόριστος
ponged
παθητική μετοχή
ponged
Παραδείγματα
The trash left in the hot sun began to pong, filling the area with an unpleasant odor. 

Τα σκουπίδια που άφησαν στον καυτό ήλιο άρχισαν να βρομίζουν, γεμίζοντας την περιοχή με μια δυσάρεστη μυρωδιά.

01

δυσωδία, άσχημη μυρωδιά

an unpleasant smell 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pongs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store