Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pompous
01
πομπώδης, αλαζονικός
having an overly high sense of self-importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pompous
συγκριτικός βαθμός
more pompous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His pompous speeches about his own achievements made everyone in the room uncomfortable.
Οι πομπώδεις ομιλίες του για τα δικά του επιτεύγματα έκαναν όλους στο δωμάτιο να νιώθουν άβολα.
02
πομπώδης, επίσημος
characterized by pomp and ceremony and stately display
Λεξικό Δέντρο
pompously
pompousness
unpompous
pompous
pomp



























