pompous
Pronunciation
/ˈpɑmpəs/

Ορισμός και σημασία του "pompous"στα αγγλικά

01

πομπώδης, αλαζονικός

having an overly high sense of self-importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pompous
συγκριτικός βαθμός
more pompous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician ’s pompous remarks about her role in the reform were met with skepticism.
Οι πομπώδεις παρατηρήσεις του πολιτικού για τον ρόλο της στη μεταρρύθμιση συναντήθηκαν με σκεπτικισμό.
02

πομπώδης, επίσημος

characterized by pomp and ceremony and stately display

Λεξικό Δέντρο

pompously
pompousness
unpompous
pompous
pomp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store