Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pomelo
01
πομέλο, γκρέιπφρουτ
a large citrus fruit with a thick yellow or green skin and a bittersweet dry pulp
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pomelos
Παραδείγματα
I remember the first time I tasted a pomelo; its unique combination of sweet and tangy flavors left a lasting impression on my taste buds.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που δοκίμασα ένα πομέλο· ο μοναδικός συνδυασμός γλυκιάς και ξινής γεύσης του άφησε μια διαρκή εντύπωση στις γευστικές μου papilles.
02
πομέλο, ασιατικό γκρέιπφρουτ
southeastern Asian tree producing large fruits resembling grapefruits



























