to pommel
po
ˈpɒ
po
mmel
məl
mēl
pummel

Ορισμός και σημασία του "pommel"στα αγγλικά

to pommel
01

χτυπώ, γρονθοκοπώ

strike, usually with the fist 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pommel
γ΄ ενικό πρόσωπο
pommels
ενεστώτα μετοχή
pommelling
απλός αόριστος
pommelled
παθητική μετοχή
pommelled
01

λαβή της σέλας, εξόγκωμα μπροστινό μέρος της σέλας

handgrip formed by the raised front part of a saddle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pommels
02

κεφαλή λαβής, πομπή

the rounded or knob-like feature on the hilt of a sword or dagger 
Παραδείγματα
The knight's sword had an ornate pommel adorned with jewels. 

Το σπαθί του ιππότη είχε ένα κορυφή διακοσμημένη με πετράδια.

03

λαβή, πιεστήριο

a handgrip that a gymnast uses when performing exercises on a pommel horse 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store