Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pommel
01
χτυπώ, γρονθοκοπώ
strike, usually with the fist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pommel
γ΄ ενικό πρόσωπο
pommels
ενεστώτα μετοχή
pommelling
απλός αόριστος
pommelled
παθητική μετοχή
pommelled
Pommel
01
λαβή της σέλας, εξόγκωμα μπροστινό μέρος της σέλας
handgrip formed by the raised front part of a saddle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pommels
02
κεφαλή λαβής, πομπή
the rounded or knob-like feature on the hilt of a sword or dagger
Παραδείγματα
The warrior 's sword had a simple yet elegant pommel crafted from polished wood.
Το σπαθί του πολεμιστή είχε ένα απλό αλλά κομψό λαβή, κατασκευασμένο από γυαλισμένο ξύλο.
03
λαβή, πιεστήριο
a handgrip that a gymnast uses when performing exercises on a pommel horse



























