Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pomatum
01
πομάδα
hairdressing consisting of a perfumed oil or ointment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πομάδα