pomatum
po
pəʊ
pew
ma
ˈmɑ:
maa
tum
təm
tēm

Ορισμός και σημασία του "pomatum"στα αγγλικά

01

πομάδα

hairdressing consisting of a perfumed oil or ointment 
pomatum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pomatums
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store