pom-pom
pom
pɒm
pom
pom
pɒm
pom

Ορισμός και σημασία του "pom-pom"στα αγγλικά

01

αντιαεροπορικό πυροβόλο, αντιαεροπορικό πολυβόλο

artillery designed to shoot upward at airplanes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pom-poms
02

πομπόν, φούντα

a fluffy, decorative ball of material, typically waved by cheerleaders during performances 
Παραδείγματα
The cheerleaders shook their pom-poms as the team ran onto the field. 

Οι χορευτές κούνησαν τα πομπόν τους καθώς η ομάδα έτρεχε στο γήπεδο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store