plenteous
plen
ˈplɛn
plen
teous
tiəs
tiēs

Ορισμός και σημασία του "plenteous"στα αγγλικά

01

άφθονος, πλούσιος

existing in great amounts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plenteous
συγκριτικός βαθμός
more plenteous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plenteous harvest ensured no one went hungry that winter. 

Η άφθονη συγκομιδή εξασφάλισε ότι κανείς δεν πείνασε εκείνο το χειμώνα.

Λεξικό Δέντρο

plenteously
plenteousness
plenteous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store