Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plenitude
01
αφθονία, πληρότητα
the state of having a great amount of something
Παραδείγματα
His generosity stemmed from a plenitude of spirit and kindness.
Η γενναιοδωρία του προέκυψε από μια αφθονία πνεύματος και καλοσύνης.



























