Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plectron
01
πλήκτρο, δακτύλιο
a small thin device (of metal or plastic or ivory) used to pluck a stringed instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plectra



























