Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plebeian
01
πληβείος, λαϊκός
one of the common people
plebeian
01
πληβείος, χυδαίος
belonging to or characteristic of the common people, often associated with lower social or economic status
Παραδείγματα
The artist 's work was criticized for its plebeian style, lacking the sophistication and refinement expected by high society.
Το έργο του καλλιτέχνη επικρίθηκε για το πληβείο στυλ του, που στερούνταν της εκλεπτυσμένης και εξευγενισμένης ποιότητας που αναμενόταν από την υψηλή κοινωνία.



























