Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plebeian
01
πληβείος, λαϊκός
one of the common people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plebeians
plebeian
01
πληβείος, χυδαίος
belonging to or characteristic of the common people, often associated with lower social or economic status
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plebeian neighborhood was known for its modest homes and simple way of life.
Η πληβειακή γειτονιά ήταν γνωστή για τα μετριόφρονα σπίτια της και τον απλό τρόπο ζωής.



























