Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleasing
01
ευχάριστος, ικανοποιητικός
providing a sense of satisfaction or reward
Παραδείγματα
The artist felt a pleasing sense of accomplishment after finishing his masterpiece.
Ο καλλιτέχνης ένιωσε μια ευχάριστη αίσθηση επιτυχίας αφού ολοκλήρωσε το αριστούργημά του.
02
ευχάριστος, τερπνός
pleasant or agreeable to the senses
Pleasing
01
ευχαρίστηση, ικανοποίηση
the act of one who pleases
Λεξικό Δέντρο
displeasing
pleasingly
pleasingness
pleasing
please



























