pleasing
plea
ˈpli:
pli
sing
zɪng
zing
pleatingpleading

Ορισμός και σημασία του "pleasing"στα αγγλικά

01

ευχάριστος, ικανοποιητικός

providing a sense of satisfaction or reward 
pleasing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleasing
συγκριτικός βαθμός
more pleasing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, evaluation
Παραδείγματα
Completing the marathon was a highly pleasing achievement for the runners. 

Η ολοκλήρωση του μαραθωνίου ήταν μια πολύ ικανοποιητική επίτευξη για τους δρομείς.

02

ευχάριστος, τερπνός

pleasant or agreeable to the senses 
01

ευχαρίστηση, ικανοποίηση

the act of one who pleases 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pleasings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

displeasing
pleasingly
pleasingness
pleasing
please
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store