Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleasing
01
ευχάριστος, ικανοποιητικός
providing a sense of satisfaction or reward
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleasing
συγκριτικός βαθμός
more pleasing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, evaluation
Παραδείγματα
Completing the marathon was a highly pleasing achievement for the runners.
Η ολοκλήρωση του μαραθωνίου ήταν μια πολύ ικανοποιητική επίτευξη για τους δρομείς.
02
ευχάριστος, τερπνός
pleasant or agreeable to the senses
Pleasing
01
ευχαρίστηση, ικανοποίηση
the act of one who pleases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pleasings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
displeasing
pleasingly
pleasingness
pleasing
please



























