pleasing
plea
ˈpli
πλι
sing
zɪng
ζινγκ
/plˈiːzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "pleasing"στα αγγλικά

01

ευχάριστος, ικανοποιητικός

providing a sense of satisfaction or reward
pleasing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleasing
συγκριτικός βαθμός
more pleasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist felt a pleasing sense of accomplishment after finishing his masterpiece.
Ο καλλιτέχνης ένιωσε μια ευχάριστη αίσθηση επιτυχίας αφού ολοκλήρωσε το αριστούργημά του.
02

ευχάριστος, τερπνός

pleasant or agreeable to the senses
01

ευχαρίστηση, ικανοποίηση

the act of one who pleases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

displeasing
pleasingly
pleasingness
pleasing
please
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store