plea bargain
plea
pli:
πλι
bar
bɑ:
μπα
gain
geɪn
γκειν

Ορισμός και σημασία του "plea bargain"στα αγγλικά

01

συμφωνία ομολογίας, διαπραγμάτευση ενοχής

an agreement in a criminal case where the defendant pleads guilty to a lesser charge in exchange for the dismissal of a more serious one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plea bargains
Παραδείγματα
He accepted a plea bargain to avoid a lengthy prison sentence. 

Αποδέχτηκε μια συμφωνία ομολογίας για να αποφύγει μια μακρά ποινή φυλάκισης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store