playwright
playw
ˈpleɪ
plei
right
raɪt
rait
plowwright

Ορισμός και σημασία του "playwright"στα αγγλικά

01

θεατρικός συγγραφέας, δραματουργός

someone who writes plays for the TV, radio, or theater 
playwright definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
playwrights
αρσενικό ενικό
playwright
θηλυκό ενικό
playwright
neutral form
dramatist
Παραδείγματα
The playwright received critical acclaim for her latest production. 

Η δραματουργός έλαβε κριτική αναγνώριση για την τελευταία της παραγωγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store