Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playpen
01
παιδικό κλουβί, περιφραγμένη περιοχή παιχνιδιού
a portable enclosure in which babies may be left to play
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playpens



























