playroom
play
pleɪ
plei
room
rum
room

Ορισμός και σημασία του "playroom"στα αγγλικά

01

δωμάτιο παιχνιδιών, αίθουσα παιχνιδιών

a room in an apartment or house for children to play in 
playroom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playrooms
Παραδείγματα
The kids love spending afternoons in the playroom, building forts and drawing. 

Τα παιδιά λατρεύουν να περνούν τα απογεύματα στο δωμάτιο παιχνιδιών, χτίζοντας κάστρα και ζωγραφίζοντας.

Λεξικό Δέντρο

playroom

play

+

room

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store