playoff
play
ˈpleɪ
plei
off
ˌɒf
of
payoff

Ορισμός και σημασία του "playoff"στα αγγλικά

01

playoff, αγώνας νοκ-άουτ

the final match to determine the winning team or player when they have the same score 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playoffs
Παραδείγματα
The basketball playoffs were an intense series of games, with the top teams competing for a spot in the championship finals. 

Τα playoff του μπάσκετ ήταν μια έντονη σειρά αγώνων, με τις κορυφαίες ομάδες να ανταγωνίζονται για μια θέση στους τελικούς του πρωταθλήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store