playroom
Pronunciation
/ˈpɫeɪˌɹum/

Ορισμός και σημασία του "playroom"στα αγγλικά

01

δωμάτιο παιχνιδιών, αίθουσα παιχνιδιών

a room in an apartment or house for children to play in
playroom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playrooms
Παραδείγματα
A well-organized playroom makes cleanup easier for parents.
Ένας καλά οργανωμένος παιδικός χώρος διευκολύνει τον καθαρισμό για τους γονείς.

Λεξικό Δέντρο

playroom

play

+

room

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store