Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playroom
01
δωμάτιο παιχνιδιών, αίθουσα παιχνιδιών
a room in an apartment or house for children to play in
Παραδείγματα
A well-organized playroom makes cleanup easier for parents.
Ένας καλά οργανωμένος παιδικός χώρος διευκολύνει τον καθαρισμό για τους γονείς.
Λεξικό Δέντρο
playroom
play
room



























