played out
played
pleɪd
πλειντ
out
aʊt
αουτ
/plˈeɪd ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "played out"στα αγγλικά

played out
01

εξαντλημένος, κουρασμένος

physically or emotionally exhausted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most played out
συγκριτικός βαθμός
more played out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The workers were played out after completing the difficult project ahead of schedule.
Οι εργαζόμενοι ήταν εξαντλημένοι μετά την ολοκλήρωση του δύσκολου έργου πριν από το χρονοδιάγραμμα.
02

φθαρμένος, εξαντλημένος

worn out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store