Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
played out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most played out
συγκριτικός βαθμός
more played out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The workers were played out after completing the difficult project ahead of schedule.
Οι εργαζόμενοι ήταν εξαντλημένοι μετά την ολοκλήρωση του δύσκολου έργου πριν από το χρονοδιάγραμμα.
02
φθαρμένος, εξαντλημένος
worn out



























