Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Player
01
παίκτης, αθλητής
someone who engages in a type of game or sport, either as their job or hobby
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
players
Παραδείγματα
Each player in cricket has a unique position in the field.
Κάθε παίκτης στο κρίκετ έχει μια μοναδική θέση στο γήπεδο.
02
μουσικός, οργανοπαίκτης
a person who plays a musical instrument professionally
Παραδείγματα
He's a jazz trumpet player who performs in clubs around the city.
Είναι ένας παίκτης τρομπέτας τζαζ που εμφανίζεται σε κλαμπ γύρω από την πόλη.
03
ηθοποιός, ερμηνευτής
an actor specially one who performs a role on a stage
04
τζιβάς, γαμπρός
someone who habitually flirts or dates multiple people, often without serious commitment
αργκό
Παραδείγματα
He's a player, always flirting with different girls at parties.
Είναι γυναικάς, πάντα φλερτάρει με διαφορετικά κορίτσια στα πάρτι.
05
παίκτης, συμμετέχων
someone who takes part in an activity
06
αναπαραγωγέας, παίκτης
a playback device that reproduces recorded sound or video
Παραδείγματα
You can connect your phone to a Bluetooth player for wireless audio.
Μπορείτε να συνδέσετε το τηλέφωνό σας σε ένα αναπαραγωγέα Bluetooth για ασύρματο ήχο.
Λεξικό Δέντρο
player
play



























