Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pig out
01
τσιμπολογάω, τρώω σαν γουρούνι
to eat a large amount of food, often messily
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
pig
ενεστώτας
pig out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pigs out
ενεστώτα μετοχή
pigging out
απλός αόριστος
pigged out
παθητική μετοχή
pigged out
Παραδείγματα
She loves to pig out on snacks while watching movies.
Αγαπά να τρώει ασύστολα σνακ ενώ βλέπει ταινίες.



























