Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pig out
01
τσιμπολογάω, τρώω σαν γουρούνι
to eat a large amount of food, often messily
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
pig
ενεστώτας
pig out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pigs out
ενεστώτα μετοχή
pigging out
απλός αόριστος
pigged out
παθητική μετοχή
pigged out
Παραδείγματα
We pigged out on pizza last night.
Χθες το βράδυ ταφάγαμε με πίτσα.



























