pig-farmer
pig
pɪg
pig
far
fɑ:
faa
mer

Ορισμός και σημασία του "pig-farmer"στα αγγλικά

01

αγροίκος, χονδροχωριάτης

a person considered crude, rough, or socially low-class 
pig-farmer definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pig-farmers
Παραδείγματα
He acted like a pig-farmer and scared everyone at the gala. 

Συμπεριφέρθηκε σαν κτηνοτρόφος χοίρων και τρόμαξε όλους στη γκαλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store