Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pig-farmer
01
αγροίκος, χονδροχωριάτης
a person considered crude, rough, or socially low-class
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pig-farmers
Παραδείγματα
He acted like a pig-farmer and scared everyone at the gala.
Συμπεριφέρθηκε σαν κτηνοτρόφος χοίρων και τρόμαξε όλους στη γκαλά.



























