piffling
piff
ˈpɪf
πιφ
ling
lɪng
λινγκ
/pˈɪflɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "piffling"στα αγγλικά

01

ασήμαντος, τετριμμένος

insignificant or of little importance
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
Instead of addressing the piffling issue of missing paperclips, the team focused on improving overall office efficiency.
Αντί να αντιμετωπίσει το ασήμαντο ζήτημα των απουσιάζοντων συνδετήρων, η ομάδα επικεντρώθηκε στη βελτίωση της συνολικής αποτελεσματικότητας του γραφείου.

Λεξικό Δέντρο

piffling
piffle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store