Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piffling
01
ασήμαντος, τετριμμένος
insignificant or of little importance
Παραδείγματα
Instead of addressing the piffling issue of missing paperclips, the team focused on improving overall office efficiency.
Αντί να αντιμετωπίσει το ασήμαντο ζήτημα των απουσιάζοντων συνδετήρων, η ομάδα επικεντρώθηκε στη βελτίωση της συνολικής αποτελεσματικότητας του γραφείου.
Λεξικό Δέντρο
piffling
piffle



























