pestering
pes
ˈpɛs
πεσ
te
τα
ring
rɪng
ρινγκ
festering

Ορισμός και σημασία του "pestering"στα αγγλικά

01

ενοχλητικός, επίμονος

causing annoyance by repeatedly bothering or making demands 
pestering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pestering
συγκριτικός βαθμός
more pestering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, interaction, annoyance
Παραδείγματα
The pestering phone calls kept interrupting my work. 

Οι ενοχλητικές τηλεφωνικές κλήσεις διέκοπταν συνεχώς τη δουλειά μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pestering
pester
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store