pestering
Pronunciation
/ˈpɛstɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "pestering"στα αγγλικά

01

ενοχλητικός, επίμονος

causing annoyance by repeatedly bothering or making demands
pestering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pestering
συγκριτικός βαθμός
more pestering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pestering sound of the dripping faucet kept her awake all night.
Ο ενοχλητικός ήχος της στάλας τη κράτησε ξύπνια όλη τη νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store