to pester
pester
'pɛstə
pestē
peterpelterposterpetter

Ορισμός και σημασία του "pester"στα αγγλικά

to pester
01

ενοχλώ, παρενοχλώ

to annoy someone repeatedly by making persistent requests 
Transitive: to pester sb
to pester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pester
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesters
ενεστώτα μετοχή
pestering
απλός αόριστος
pestered
παθητική μετοχή
pestered
Παραδείγματα
The children continued to pester their parents for a new toy. 

Τα παιδιά συνέχισαν να ενοχλούν τους γονείς τους για ένα καινούριο παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pestered
pestering
pester
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store