Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pester
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to annoy someone repeatedly by making persistent requests
Transitive: to pester sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pester
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesters
ενεστώτα μετοχή
pestering
απλός αόριστος
pestered
παθητική μετοχή
pestered
Παραδείγματα
The children continued to pester their parents for a new toy.
Τα παιδιά συνέχισαν να ενοχλούν τους γονείς τους για ένα καινούριο παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
pestered
pestering
pester



























