to pester
Pronunciation
/ˈpɛstɝ/

Ορισμός και σημασία του "pester"στα αγγλικά

to pester
01

ενοχλώ, παρενοχλώ

to annoy someone repeatedly by making persistent requests
Transitive: to pester sb
to pester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pester
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesters
ενεστώτα μετοχή
pestering
απλός αόριστος
pestered
παθητική μετοχή
pestered
Παραδείγματα
The telemarketer would n't stop pestering the homeowner with sales pitches.
Ο τηλεμάρκετερ δεν σταματούσε να ενοχλεί τον ιδιοκτήτη με προσφορές πώλησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store